ψεύτης μεν, ταλαντούχος δε, επαιτεί

φ

Ο ένας γύρω στα 48, 50. Ο άλλος πολύ μικρότερος, θα έλεγα κάτω από 30. Κοινό τους γνώρισμα η ανάγκη. Η ανάγκη των συνανθρώπων τους σε μια εποχή δύσκολη, όπως αυτή που ζούμε.

Τον πρώτο, για τον οποίο θα σας μιλήσω σήμερα, τον συναντώ τα μεσημέρια κυρίως, να ψαχουλεύει ένα κάδο σκουπιδιών. Είναι φανερό ότι με τον τρόπο αυτό υποδηλώνει την ανάγκη του, επιπλέον όμως όταν περνάς δίπλα του, έχει και την ευκαιρία να σου μιλήσει.

‘’Κύριε. Έχετε  να μου δώσετε κάτι για να φάμε;’’

Το μήνυμα είναι περιεκτικό και καλοδουλεμένο. Πρώτα από όλα σε αποκαλεί με σεβασμό κύριο. Αποφεύγει άλλη προσφώνηση όπως για παράδειγμα το φίλε, που θα μπορούσε να θεωρηθεί ανοίκειο ή το αδελφέ που ίσως σε ενοχλήσει.

Στην συνέχεια σε πληροφορεί ρητά πως πρόκειται για φαγητό και όχι για τίποτε άλλο. Μην τυχόν τρέξει σε ύποπτα πράγματα το μυαλό σου. Που ξέρεις, τόσα και τόσα γίνονται. Συνέχεια ανάγνωσης «ψεύτης μεν, ταλαντούχος δε, επαιτεί»

Advertisements

Η χρονιά που ο Χριστός γεννήθηκε δυο φορές

 

καλαντα1

Δεν πάνε πολλά χρόνια από τότε, και ας μου φαίνεται πως πέρασε καιρός. Θυμάμαι πάντως πως απασχολημένος με τις υποχρεώσεις και τα τρεχάματα μου, ούτε που κατάλαβα πως πέρασαν τα Χριστούγεννα.

Και όχι μόνο αυτό, οι γιορτινές μέρες κύλισαν γρήγορα και, μέχρι να πεις κύμινο, έφθασε παραμονή πρωτοχρονιάς.

Ήταν πρωί όταν χτύπησε η πόρτα του γραφείου μου.

Την άνοιξα και βρέθηκα μπροστά σε δυο πιτσιρικάδες που κρατούσαν τα παραδοσιακά τρίγωνα.

Ο ένας, ο μεγαλύτερος γύρω στα έντεκα. Ο μικρότερος, ήταν δεν ήταν έξι.

Τα ρούχα τους ήταν φτωχικά, και τα μαλλιά τους κοντοκουρεμένα.

Να τα πούμε; Ρώτησαν διστακτικά.

Τα παιδικά τους μάτια με κοιτούσαν γεμάτα προσδοκία και ελπίδα.

Βιαζόμουν μεν, αλλά κάτι δεν με άφησε να αρνηθώ. Για το καλό του χρόνου, σκέφτηκα. Ούτε που κατάλαβα γιορτές φέτος.

Εντάξει, να τα πείτε απάντησα.

Συνέχεια ανάγνωσης «Η χρονιά που ο Χριστός γεννήθηκε δυο φορές»

Ελλάδα 2018. Ο συλλέκτης

σκάλες

Τον βλέπω κάθε πρωί. Δέκα λεπτά περίπου πριν από τις οκτώ.

Καθισμένο στην άκρη, παράμερα στο τρίτο πλατύσκαλο, στη μέση περίπου της μεγάλης πέτρινης σκάλας που βρίσκεται στο τέρμα του δρόμου.

Αδύνατος, με ανάστημα μάλλον ψηλό.

Δεν θα έπαιρνα και όρκο όμως, αφού ποτέ δεν τον είδα όρθιο.

Και, τώρα που το σκέφτομαι, δεν τον είδα ούτε καταπρόσωπο.

Θα έλεγες πως κάνει προσπάθεια να περνάει απαρατήρητος. Να μη δίνει στόχο.

Αν ήταν μπορετό να γίνει αόρατος.

Δεν είναι δύσκολο βέβαια. Γιατί αυτή την ώρα η πόλη είναι μαχμουρλίδικη ακόμα και η κίνηση στα σκαλιά πολύ περιορισμένη.

Συνήθως είναι σκυμμένος. Διπλωμένος σχεδόν, με το στήθος στα γόνατα του, φαίνεται να κοιτάζει τα σκαλοπάτια. Σαν να ψάχνει κάτι χαμένο. Συνέχεια ανάγνωσης «Ελλάδα 2018. Ο συλλέκτης»