Ιωαννης Καφεζας

Η ψώρα και η ανημποριά

In Διάφορα,Συνέβη στ' αλήθεια on Ιουλίου 27, 2014 at 6:50 πμ

γεροντας

Ο μπάρμπα Σωτήρης τα είχε τα χρόνια του.

Μαζί τους και όσα σέρνουν πίσω τους τα γερατειά.

Σαν να μην του έφταναν όμως όλα τα άλλα,  κάνα χρόνο τώρα και περισσότερο, η ζωή του έγινε κόλαση.

Και μέρα με την ημέρα όλο και χειρότερα.

Μήνες είχε ο γέροντας να κοιμηθεί. Να ξεκουραστεί λιγάκι.

Με κόπο έπαιρνε τα πόδια του.

Μια τρομερή φαγούρα τον βασάνιζε σε όλο του το κορμί, που τη νύχτα χειροτέρευε.

Στην οικογένεια το έλεγε,  αλλά τα παιδιά δεν του έδιναν και μεγάλη σημασία.

Γεράματα είναι πατέρα. Τα έχουν αυτά τα γεράματα. Τι να σου κάνουμε εμείς.

Είδε και απόειδε ο μπάρμπα Σωτήρης. Κατάλαβε ότι η ιστορία αυτή θα τον σκότωνε γιατί δεν άντεχε άλλο.

Έτσι μια μέρα, αποφάσισε να ζητήσει βοήθεια. Μάζεψε όλο το κουράγιο του και ξεκίνησε σιγά – σιγά για το αγροτικό ιατρείο.

Είχε ακούσει ότι αυτός ο νέος που ήρθε, τους κοίταγε τους αρρώστους. Και τους γέρους. Και δεν τους ξεπέταγε όπως και όπως.

Πολλοί έλεγαν πως βρήκαν καλό από  λόγου του.

Κάθισε με υπομονή σε μια ψάθινη καρέκλα που βρήκε και,  σαν ήρθε η σειρά του, άρχισε να λέει τον πόνο του.

Δε μπορώ άλλο γιατρέ μου, βόηθα με.

Πόσων χρονών είσαι γέροντα; Ρώτησε ο γιατρός.

Ογδόντα εφτά γιατρέ μου.

Για πες τι σου συμβαίνει. Σε έβλεπα όσο περίμενες, κάθε που ανοιγόκλεινε η πόρτα. Ξυνόσουν  με μανία. Από πότε έχεις τη φαγούρα.

Ο μπάρμπα Σωτήρης δεν ήθελε δεύτερη πρόσκληση. Είπε τα παράπονα του όσο πιο καλά μπορούσε.

Για βγάλε τώρα και τα ρούχα σου, είπε ο γιατρός.

Έβγαλε ο γέροντας τα ρούχα και τα ακούμπησε δίπλα του.

Να γιατρέ μου, να, βλέπεις τι σου έλεγα;

Το θέαμα ήταν φρικτό. Οι δερματικές βλάβες του μπάρμπα Σωτήρη όχι μόνο δικαιολογούσαν τα παράπονα, αλλά ήταν σοβαρές. Βλέπεις κάτι το ξύσιμο τόσους μήνες, κάτι η έλλειψη φροντίδας και καθαριότητας, είχαν παραγίνει.

Ο νεαρός αγροτικός γιατρός ασχολήθηκε αρκετή ώρα να καθαρίσει όσο γινόταν τις μολύνσεις.

Ταυτόχρονα αναρωτιόταν. Βλέπεις χτεσινός ήταν και αυτός. Δεν είχε και πολλές εμπειρίες.

Τελείωσε το καθάρισμα και κάθισε δίπλα στο γέροντα.

Μπάρμπα Σωτήρη, αυτό που έχεις είναι ψώρα. Προχωρημένη ψώρα. Όμως μπορεί να γίνει καλά.  Έχετε μπάνιο στο σπίτι;

Το είπε και γέλασε μόνος του. Ασφαλώς και δεν είχε μπάνιο ο Μπάρμπα Σωτήρης. Που να βρεθεί μπάνιο στο χωριό, εκείνα τα χρόνια.

Ο γέροντας τον κοίταγε με λαχτάρα. Μέσα στο στόμα. Να ακούσει πως θα γίνει να γιατρευτεί, να ησυχάσει.

Λοιπόν, μπάρμπα Σωτήρη ξέχνα το μπάνιο. Έχεις κανένα μεγάλο βαρέλι στην αυλή;

Το άσπρο κεφάλι έγνεψε καταφατικά.

Ωραία λοιπόν, θα το γεμίσεις χλιαρό νερό, θα βγάλεις όλα τα ρούχα, θα τα ρίξεις σε ένα καζάνι να βράσουν και εσύ θα μπεις μέσα στο βαρέλι να πλυθείς.

Κοντά κοντά ακούς; Ούτε πόντος να μην σου ξεφύγει. Να καθαρίσεις καλά.

Όταν βγεις, θα σκουπιστείς και θα ρίξεις και την πετσέτα στο καζάνι. Να βράσει και αυτή. Κατάλαβες;

Ο γέροντας έγνεψε πάλι δείχνοντας πως κατάλαβε.

Λοιπόν, συνέχισε ο γιατρός, μετά από όλα αυτά, θα περάσεις αυτό το υγρό που γράφω στη συνταγή, σε όλο το κορμί σου. Να μην ξεφύγει ούτε πόντος. Να το αλείψεις με προσοχή να πάει παντού.

Όταν γίνει και αυτό, χωρίς να σκουπιστείς θα περιμένεις λίγο να στεγνώσεις. Ύστερα μπορείς να ντυθείς. Πρόσεξε όμως, τα ρούχα που θα φορέσεις να είναι και αυτά βρασμένα, αφημένα στον ήλιο και καλά σιδερωμένα από πριν. Εντάξει;

Ναι γιατρέ μου, εντάξει.

Ο γιατρός τον κοίταξε προσεκτικά.

Γέροντας είναι και ξεχνάει σκέφτηκε.

Κοίτα μπάρμπα Σωτήρη, στα γράφω όλα εδώ λεπτομερώς, μαζί και το φάρμακο, είπε. Ξέρεις να διαβάζεις;

Ωραία, να τα διαβάσεις πριν ξεκινήσεις και να τα διαβάσουν και τα παιδιά σου. Για να σε βοηθήσουν αλλά και για να μη γίνει λάθος

Ο γεροντάκος κούνησε πάλι το κεφάλι. Κατάλαβα γιατρέ μου, σε ευχαριστώ.

Έκανε μια διστακτική κίνηση. Ήθελε να σφίξει το χέρι του νέου του φίλου αλλά κρατήθηκε. Μην τον κολλήσω τον άνθρωπο, σκέφτηκε.

Πήρε το χαρτί και έκανε προς την πόρτα. Πριν βγει κοντοστάθηκε.

Πότε να τα κάνω αυτά που είπες γιατρέ μου;

Το συντομότερο μπάρμπα Σωτήρη. Το συντομότερο.

 

 

Πέρασαν δυο εβδομάδες περίπου και κάποια  ημέρα που ο γιατρός έφευγε από το γραφείο του για να γυρίσει στα χωριά της περιοχής του, ο άνθρωπος στη μέση του χωματόδρομου που κούναγε και τα δυο χέρια, τον ανάγκασε να σταματήσει.

Με θυμάσαι γιατρέ μου, είπε;

Ασφαλώς μπάρμπα Σωτήρη, σε θυμάμαι. Τι κάνεις; Σου πέρασε ή φαγούρα.

Όχι γιατρέ μου, είμαι όπως ήμουν.

Περίεργο. Έκανες ότι είπαμε;

Ναι γιατρέ μου. Πήρα το φάρμακο. Τρείς κουταλιές σούπας την ημέρα, αλλά δεν έκαμε τίποτα.

Κύριε ελέησον. Το έπινες μωρέ αθεόφοβε; Αυτό είπαμε να κάνεις; Και στα έγραψα κιόλας.

Ναι γιατρέ μου,  αλλά τα παιδιά δεν με βόηθαγαν. Ούτε να πλύνουν ρούχα, ούτε να πλυθώ. Οι μέρες πέρναγαν και δεν αντέχω άλλο. Είπα και εγώ, από ολότελα , κάτι μπορεί να γίνει αν το πιώ.

Υστερόγραφο:

Παραδόξως ο μπάρμπα Σωτήρης, παρά τις αρκετές και σοβαρές παρενέργειες που έχει το γαλάκτωμα του βενζοϊκού βενζυλίου (που ήταν το φάρμακο της συνταγής), δεν έπαθε κάτι σοβαρό. Ο γιατρός χρειάστηκε να παρέμβει στους συγγενείς και να απειλήσει με καταγγελία για έκθεση ασθενούς σε κίνδυνο και εγκατάλειψη.

Έτσι η θεραπεία έγινε και, τα τελευταία χρόνια του μπάρμπα Σωτήρη, πέρασαν χωρίς ιδιαίτερη αγάπη και οικογενειακή θαλπωρή, αλλά και χωρίς τη φοβερή φαγούρα που τον βασάνιζε.

Κάτι ήταν και αυτό.

δείτε και:

Ψώρα. 300.000.000 νέα ετήσια κρούσματα

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: